Μετάφραση του "incipiency" σε Ελληνικά

Το αρχή είναι η μετάφραση του "incipiency" σε Ελληνικά.

incipiency noun γραμματική

A state of nascency; a quality of incipience. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχή

    noun feminine

    The ducts in the base must show no incipient woodiness.

    Τα αγγεία της βάσης δεν πρέπει να παρουσιάζουν αρχή ξυλοποίησης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " incipiency " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "incipiency" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • beginning, starting, coming into existence ... αρχικός · Κάτι που μόλις άρχισε να γίνεται αντιληπτό ή να φαίνονται οι συνέπειες του, ως επι το πλείστον αρνητικές παντα · αρχικός
  • αρχή
  • beginning, starting, coming into existence ... αρχικός · Κάτι που μόλις άρχισε να γίνεται αντιληπτό ή να φαίνονται οι συνέπειες του, ως επι το πλείστον αρνητικές παντα · αρχικός
  • beginning, starting, coming into existence ... αρχικός · Κάτι που μόλις άρχισε να γίνεται αντιληπτό ή να φαίνονται οι συνέπειες του, ως επι το πλείστον αρνητικές παντα · αρχικός
  • beginning, starting, coming into existence ... αρχικός · Κάτι που μόλις άρχισε να γίνεται αντιληπτό ή να φαίνονται οι συνέπειες του, ως επι το πλείστον αρνητικές παντα · αρχικός
  • αρχή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "incipiency" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη