Μετάφραση του "incumbrance" σε Ελληνικά
Οι κωλισιεργία, κώλυμα, εμπόδιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "incumbrance" σε Ελληνικά.
incumbrance
noun
γραμματική
A burden; a thing that must be carried. [..]
-
κωλισιεργία
noun -
κώλυμα
noun neuter -
εμπόδιο
noun neuter -
επιβάρυνση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " incumbrance " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη