Μετάφραση του "incurably" σε Ελληνικά
Το αθεράπευτα είναι η μετάφραση του "incurably" σε Ελληνικά.
incurably
adverb
γραμματική
In an incurable manner. [..]
-
αθεράπευτα
adverbWhich would make this case attractive to anyone who has some vested interest in people curing the incurable.
Και αυτό καθιστά ελκυστικό το περιστατικό σε όποιον έχει έννομο ενδιαφέρον για όσους θεραπεύουν τα αθεράπευτα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " incurably " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "incurably" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανιατη
-
αγιάτρευτος · αθεράπευτος · ανήκεστος · ανίατος
-
ανίατη ασθένεια
-
βρίσκω · δημιουργώ · επισύρω · προκαλώ · υφίσταμαι · χαντακώνομαι με
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη