Μετάφραση του "independency" σε Ελληνικά

Οι ανεξαρτησία, αυτονομία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "independency" σε Ελληνικά.

independency noun γραμματική

Independence. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεξαρτησία

    noun feminine

    If they are not allowed to annex to Albania, they want true independence.

    Εάν δεν τους επιτρέπεται να προσαρτηθούν στην Αλβανία, επιθυμούν πραγματική ανεξαρτησία.

  • αυτονομία

    noun feminine

    The financial and administrative independence of the Assembly from the government needs to be strengthened.

    Πρέπει επίσης να ενισχυθεί η οικονομική και διοικητική αυτονομία της Συνέλευσης σε σχέση με τις ανάγκες της κυβέρνησης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " independency " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Independency proper

(ecclesiastical history) The principle that each individual religious congregation is from any external ecclesiastical control, as by a bishop. [..]

+ Προσθήκη

"Independency" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Independency στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "independency" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "independency" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη