Μετάφραση του "independence" σε Ελληνικά
Οι ανεξαρτησία, αυτονομία, ελευθερία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "independence" σε Ελληνικά.
The state or quality of being independent; freedom from dependence; exemption from reliance on, or control by others; self-subsistence or maintenance; direction of one's own affairs without interference. [..]
-
ανεξαρτησία
noun femininestate or quality of being independent [..]
If they are not allowed to annex to Albania, they want true independence.
Εάν δεν τους επιτρέπεται να προσαρτηθούν στην Αλβανία, επιθυμούν πραγματική ανεξαρτησία.
-
αυτονομία
noun feminineThe financial and administrative independence of the Assembly from the government needs to be strengthened.
Πρέπει επίσης να ενισχυθεί η οικονομική και διοικητική αυτονομία της Συνέλευσης σε σχέση με τις ανάγκες της κυβέρνησης.
-
ελευθερία
noun feminineThe reason for this move is so I could have independence.
Εννοώ, πως ο λόγος της μετακόμισης ήταν για να αποκτήσω λίγη ελευθερία.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Ανεξαρτησία
- αυτοτέλεια
- ανεξαρτητοποίηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " independence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A CDP in California, US. [..]
"Independence" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Independence στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "independence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Συστοιχία ανεξάρτητων δίσκων με εφεδρεία · πλεονάζουσα συστοιχία ανεξάρτητων δίσκων
-
Μορφότυπο ανταλλαγής δεδομένων, ανεξάρτητο από τον δέκτη
-
Διπλή-ανεξάρτητη αρτηρία
-
Ανεξάρτητη ομάδα βασικής υπηρεσίας
-
Ανεξάρτητος τάσης και συχνότητας
-
Ανεξάρτητη ομάδα βασικής υπηρεσίας
-
δίκαιο για τη φυσική ανεξαρτησία
-
Ανεξάρτητος προμηθευτής λογισμικού