Μετάφραση του "indifferent" σε Ελληνικά

Οι αδιάφορος, μέτριος, απαθής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indifferent" σε Ελληνικά.

indifferent adjective adverb γραμματική

Not caring; apathetic. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιάφορος

    adjective masculine

    not caring

    I may be indifferent to the theater, but I know how to get things done.

    Μπορεί να είμαι αδιάφορος για το θέατρο, αλλά ξέρω πώς να γίνουν τα πράγματα.

  • μέτριος

    adjective masculine

    mediocre, usually used negatively

    She was left with Mrs. Goddard for an indifferent education.

    Αφέθηκε στην κα. Γκόνταρντ για μια μέτρια μόρφωση.

  • απαθής

    adjective

    Clearly, the European Union cannot remain indifferent to these developments.

    Αναμφισβήτητα, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι δυνατόν να παραμείνει απαθής μπροστά στις εξελίξεις.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ζαμανφουτίστας
    • ζεμανφουτίστας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " indifferent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "indifferent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • έλλειψη ενδιαφέροντος · αδιαφορία · ακηδία · απάθεια · ζαμανφουτισμός · ζεμανφουτισμός · σταρχιδισμός
  • αδιάφορα
  • αδιαφορώ
  • αδιάφορα
  • έλλειψη ενδιαφέροντος · αδιαφορία · ακηδία · απάθεια · ζαμανφουτισμός · ζεμανφουτισμός · σταρχιδισμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "indifferent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη