Μετάφραση του "indigene" σε Ελληνικά
Το ντόπιος είναι η μετάφραση του "indigene" σε Ελληνικά.
indigene
adjective
noun
γραμματική
Indigenous. [..]
-
ντόπιος
noun masculineIt appeared that the indigenous field was ripe for harvesting.
Φαινόταν ότι ο ντόπιος αγρός ήταν ώριμος για θερισμό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " indigene " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "indigene" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αυτόχθον δάσος
-
Αυτόχθονες πληθυσμοί
-
ντόπιος
-
αυτόχθον · αυτόχθονας · αυτόχθων · γηγενής · εγχώριος · ενδογενές · ιθαγενής
-
εγχώρια τεχνολογία
-
Ενδογενές
-
ιθαγενής, -ής, -ές [+Γεν.]
-
εγχώρια γνώση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη