Μετάφραση του "indignant" σε Ελληνικά
Το αγανακτισμένος είναι η μετάφραση του "indignant" σε Ελληνικά.
indignant
adjective
γραμματική
Showing anger or indignation, especially at something unjust or wrong. [..]
-
αγανακτισμένος
adjectiveDon't corrupt the right to be indignant, kid.
Μην κοβεις το δικαίωμα για να είσαι αγανακτισμένος, μικρε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " indignant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "indignant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγανάκτηση · οργή
-
δίκαιη αγανάκτηση
-
κακομεταχείριση · προσβολή · ταπείνωση · ταπείνωση, εξευτελισμός, προσβολή της αξιοπρέπειας · ύβρις
-
αγανακτώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη