Μετάφραση του "indignation" σε Ελληνικά

Οι αγανάκτηση, οργή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indignation" σε Ελληνικά.

indignation noun γραμματική

An anger aroused by something perceived as an indignity, notably an offense or injustice. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγανάκτηση

    noun feminine

    self-righteous anger or disgust [..]

    Your moral indignation is beginning to give me a quick pain in the neck.

    Η ηθική σου αγανάκτηση αρχίζει να μου τη δίνει στα νεύρα.

  • οργή

    noun feminine

    I have noted with great surprise and indignation that various documents referring to the above initiative were published in seven languages, excluding Portuguese.

    Διαπιστώνοντας, με ιδιαίτερη έκπληξη και οργή, ότι τα διάφορα έγγραφα που αφορούν την προαναφερθείσα σύμβαση δημοσιεύθηκαν σε 7 γλώσσες, εξαιρουμένης της πορτογαλικής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " indignation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "indignation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δίκαιη αγανάκτηση
  • αγανακτισμένος
  • κακομεταχείριση · προσβολή · ταπείνωση · ταπείνωση, εξευτελισμός, προσβολή της αξιοπρέπειας · ύβρις
  • αγανακτώ
  • αγανακτισμένος
  • κακομεταχείριση · προσβολή · ταπείνωση · ταπείνωση, εξευτελισμός, προσβολή της αξιοπρέπειας · ύβρις
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "indignation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη