Μετάφραση του "indivisibility" σε Ελληνικά
Οι αδιαίρετο, αδιαιρετότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indivisibility" σε Ελληνικά.
indivisibility
noun
γραμματική
(uncountable) The condition of being indivisible. [..]
-
αδιαίρετο
The two decisions to initiate the procedure are to be regarded as forming an indivisible whole.
Πρέπει να θεωρηθεί ότι οι δύο αποφάσεις κίνησης της διαδικασίας αποτελούν ένα αδιαίρετο σύνολο.
-
αδιαιρετότητα
NounThe first is the indivisibility and stability of Kosovo. The second is decentralisation and equal opportunities for all minorities there.
Ο πρώτος αφορά την αδιαιρετότητα και τη σταθερότητα του Κοσσυφοπεδίου. " δεύτερη είναι η αποκέντρωση και οι ίσες ευκαιρίες για όλες τις μειονότητες εδώ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " indivisibility " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "indivisibility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξ αδιαιρέτου
-
αδιαίρετο · αδιαίρετος · αμοίραστος
-
αδιαίρετο · αδιαίρετος · αμοίραστος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη