Μετάφραση του "indomitable" σε Ελληνικά
Οι αδάμαστος, ακατάβλητος, ακαταμάχητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indomitable" σε Ελληνικά.
indomitable
adjective
γραμματική
Incapable of being subdued, overcome, or vanquished. [..]
-
αδάμαστος
adjective masculineincapable of being subdued, overcome, or vanquished
-
ακατάβλητος
adjective -
ακαταμάχητος
adjectivean indomitable warrior
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αμέρωτος
- απτόητος
- άκαμπτος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " indomitable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη