Μετάφραση του "inductance" σε Ελληνικά
Οι επαγωγή, αυτεπαγωγή, Αυτεπαγωγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inductance" σε Ελληνικά.
inductance
noun
γραμματική
The property of an electric circuit by which a voltage is induced in it by a changing magnetic field. [..]
-
επαγωγή
ουσιαστικό femininequantity [..]
The effect the rate of change of primary current and mutual inductance has on induced voltage;
Η επίδραση που έχουν στην επαγόμενη τάση ο ρυθμός μεταβολής του πρωτεύοντος ρεύματος και η αμοιβαία επαγωγή.
-
αυτεπαγωγή
feminined. series inductance less than 50 nH; or
δ. iΑυτεπαγωγή σειράς μικρότερη από 50 nH, ή
-
Αυτεπαγωγή
electrical property
d. series inductance less than 50 nH; or
δ. iΑυτεπαγωγή σειράς μικρότερη από 50 nH, ή
-
Αυτεπαγωγή, χωρητικότητα, αντίσταση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inductance " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Inductance
-
Επαγωγή, αυτεπαγωγή
Φράσεις παρόμοιες με "inductance" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εγκαθιστώ · εισάγω · εντάσσω · μυώ · οδηγώ · στρατολογώ
-
Ηλεκτρομαγνητική επαγωγή · ηλεκτρομαγνητική επαγωγή
-
Επαγωγικός κινητήρας, εκκίνησης πυκνωτή
-
μη επαγωγικός
-
πρόβλημα της επαγωγής
-
Τρανζίστορ στατικής επαγωγής
-
Κάρτα επαγωγικής σύζευξης εγγύτητας
-
αυτεπαγωγή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη