Μετάφραση του "induction" σε Ελληνικά

Οι επαγωγή, επιτάχυνση, έναρξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "induction" σε Ελληνικά.

induction noun γραμματική

a formal ceremony in which a person is appointed to an office or into military service [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επαγωγή

    noun feminine

    a general proof of a theorem [..]

    The effect the rate of change of primary current and mutual inductance has on induced voltage;

    Η επίδραση που έχουν στην επαγόμενη τάση ο ρυθμός μεταβολής του πρωτεύοντος ρεύματος και η αμοιβαία επαγωγή.

  • επιτάχυνση

    noun feminine

    inducing a birth

    The increased digoxin level may lessen over time as Pgp induction develops

    Το αυξημένο επίπεδο digoxin μπορεί να μειώνεται με τη πάροδο του χρόνου καθώς αναπτύσσεται επιτάχυνση της Pgp

  • έναρξη

    noun feminine

    Ondansetron was given intravenously immediately before induction of anesthesia

    Η ονδανσετρόνη χορηγήθηκε ενδοφλέβια άκριβώς πριν την έναρξη της αναισθησίας

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συμπέρασμα
    • στρατολόγηση
    • ορκωμοσία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " induction " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "induction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "induction" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη