Μετάφραση του "indulgent" σε Ελληνικά
Οι επιεικής, ανεκτικός, συγκαταβατικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indulgent" σε Ελληνικά.
Disposed or prone to indulge, humor, gratify, or give way to one's own or another's desires, etc., or to be compliant, lenient, or forbearing; showing or ready to show favor; favorable; indisposed to be severe or harsh, or to exercise necessary restraint: as, an indulgent parent; to be indulgent to servants. [..]
-
επιεικής
I have been very indulgent but I cannot allow you to go on any longer.
Ήμουν πολύ επιεικής, αλλά δεν μπορώ να σας επιτρέψω πλέον να συνεχίσετε.
-
ανεκτικός
AdjectiveI shall be reasonably indulgent because we are running ahead of time because of the excellent and short answers by Sir Leon.
Θα είμαι λογικά ανεκτικός καθόσο, εξ αιτίας των εξαιρέτων και συντόμων απαντήσεων του Sir Leon, έχουμε περιθώριο χρόνου.
-
συγκαταβατικός
You must be indulgent to Dr. Werdegast's weakness.
Πρέπει να είσαστε συγκαταβατικός με την αδυναμία του δρα Βέρντεγκαστ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " indulgent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "indulgent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ενδίδω σε · εντρυφώ σε · επιδίδομαι σε · παρασύρομαι · παρασύρομαι από, σε
-
Συγχωροχάρτι · ανάλωση · ανοχή · απόλαυση · ασυδοσία · διασκέδαση · επιείκεια · ικανοποίηση · κανάκεμα · παραχάιδεμα · πολυτέλεια · συγχωροχάρτι · συχωροχάρτι
-
ενδίδω
-
έκλυτος βίος · ακολασία · ασωτία · αυταρέσκεια · αυτοϊκανοποίηση · κραιπάλη · μαλθακότητα · συβαριτισμός · φιλαυτία
-
μαλθακότητα, ακολασία
-
ενδίδω · εντρυφώ · ικανοποιώ · κάνω χατίρι · κακομαθαίνω · καλομαθαίνω · παραδίδομαι · παραχαιδεύω · πηγαίνω με τα νερά κάποιου · του κάνω όλα τα χατήρια · υποκύπτω
-
αυτοαναφορικός · μαλθακός, φιλήδονος · φίλαυτος
-
ενδίδω σε · εντρυφώ σε · επιδίδομαι σε · παρασύρομαι · παρασύρομαι από, σε