Μετάφραση του "ineluctable" σε Ελληνικά
Οι αναπόφευκτος, αναπόδραστος, αναπότρεπτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ineluctable" σε Ελληνικά.
ineluctable
adjective
γραμματική
Impossible to avoid or escape; inescapable, irresistible. [..]
-
αναπόφευκτος
adjective -
αναπόδραστος
adjective -
αναπότρεπτος
Adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ineluctable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ineluctable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναπόδραστη μοίρα · το αναπόδραστο τής μοίρας
-
αναπόφευκτο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη