Μετάφραση του "inequitable" σε Ελληνικά
Το άδικος είναι η μετάφραση του "inequitable" σε Ελληνικά.
inequitable
adjective
unfair, unequal or unjust [..]
-
άδικος
adjectiveThis law is inequitable and unconstitutional, designed to favour a few well-established religions at the expense of other faiths.
Ο νόμος αυτός είναι άδικος και αντισυνταγματικός και στόχος του είναι να ευνοηθούν ορισμένες κατεστημένες θρησκείες εις βάρος άλλων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inequitable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη