Μετάφραση του "inerrant" σε Ελληνικά

Οι αλάθητος, αλάνθαστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inerrant" σε Ελληνικά.

inerrant adjective

Of or pertaining to inerrancy. Without error, particularly used in reference to the Bible. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλάθητος

    Adjective
  • αλάνθαστος

    Adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inerrant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inerrant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inerrant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη