Μετάφραση του "inertness" σε Ελληνικά
Οι αδράνεια, λήθαργος, ληθαργία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inertness" σε Ελληνικά.
inertness
noun
γραμματική
Want of activity or exertion; habitual indisposition to action or motion; sluggishness; apathy; insensibility. [..]
-
αδράνεια
noun feminineAccordingly, current Community legislation asks for maximum inertness of the food contact materials and minimised food contamination.
Κατά συνέπεια η τρέχουσα κοινοτική νομοθεσία επιδιώκει τη μέγιστη αδράνεια των υλικών που έρχονται σε επαφή με τα τρόφιμα και την ελάχιστη επιμόλυνση των τροφίμων.
-
λήθαργος
noun -
ληθαργία
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inertness " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "inertness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αδρανής συμπίεση (τήξη)
-
αδρανή απόβλητα
-
Αδρανής
-
αδρανές αέριο · ευγενή αέρια
-
Βολφραμίου-αδρανούς αερίου
-
Βολφραμίου-αδρανούς αερίου
-
αδρανής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη