Μετάφραση του "inescapable" σε Ελληνικά
Οι αναπόφευκτος, αναπόδραστος, άφευκτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inescapable" σε Ελληνικά.
inescapable
adjective
γραμματική
Not escapable; that cannot be avoided. [..]
-
αναπόφευκτος
adjectiveThere is an inescapable parallel between you and Jezebel, Mason.
Υπάρχει ένας αναπόφευκτος παραλληλισμός μεταξύ εσού και της Ιεζαβέλ.
-
αναπόδραστος
adjective -
-
άφευκτος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inescapable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "inescapable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναπόφευκτα · σίγουρα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη