Μετάφραση του "infallibility" σε Ελληνικά

Οι αλάθητο, το αλάθητο, το αλάνθαστο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "infallibility" σε Ελληνικά.

infallibility noun γραμματική

The property of being infallible; the ability never to make a mistake. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλάθητο

    Noun

    Now, another very important feature is its infallible memory.

    Ένα άλλο, πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό, είναι το αλάθητο της μνήμης του.

  • το αλάθητο

  • το αλάνθαστο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " infallibility " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "infallibility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ακριβής · αλάθευτος · αλάθητος · αλάνθαστος · αναμάρτητος · ορθός · που δεν πέφτει ποτέ έξω · πραγματικός · σίγουρος · σωστός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "infallibility" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη