Μετάφραση του "infallible" σε Ελληνικά

Οι αλάνθαστος, αναμάρτητος, σίγουρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "infallible" σε Ελληνικά.

infallible adjective γραμματική

Without fault or weakness; incapable of error or fallacy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλάνθαστος

    Adjective masculine

    without fault or weakness; incapable of error or fallacy

    You are not infallible, Jethro, no matter what your gut is telling you.

    Δεν είσαι αλάνθαστος, Τζέθρο, ότι κι αν σου λέει το ένστικτό σου.

  • αναμάρτητος

    Adjective masculine

    without fault or weakness; incapable of error or fallacy

  • σίγουρος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αλάθητος
    • ορθός
    • που δεν πέφτει ποτέ έξω
    • ακριβής
    • σωστός
    • αλάθευτος
    • πραγματικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " infallible " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "infallible" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αλάθητο · το αλάθητο · το αλάνθαστο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "infallible" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη