Μετάφραση του "infer" σε Ελληνικά
Οι συμπεραίνω, υπαινίσσομαι, υπονοώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "infer" σε Ελληνικά.
infer
verb
γραμματική
(obsolete) To introduce (a subject) in speaking, writing etc.; to bring in. [16th-18th c.] [..]
-
συμπεραίνω
verb(intransitive) To draw a conclusion (by reasoning) [..]
It would not have been appropriate for me to infer some other agenda.
Δεν θα ήταν πρέπον για μένα να συμπεράνω κάτι άλλο.
-
υπαινίσσομαι
verbTo imply: to have as a necessary consequence
It is infamous for anybody to even infer that is the reason for his absence.
Είναι ανήθικο ακόμα και να υπαινίσσεται κανείς πως αυτός είναι ο λόγος της απουσίας του.
-
υπονοώ
verbTo imply: to have as a necessary consequence
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εξάγω
- μαντεύω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " infer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "infer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παρεμβολή τοπικού τύπου
-
συμπεραίνω
-
Συμπέρασμα
-
συμπέρασμα, αφαίρεση, κράτηση
-
πόρισμα · συμπέρασμα · συμπερασμός · συναγωγή · τεκμήριο
-
που μπορούμε να συμπεράνουμε
-
παρεμβολή τύπου
-
κανόνας παρεμβολής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη