Μετάφραση του "inference" σε Ελληνικά
Οι συμπέρασμα, συμπερασμός, τεκμήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inference" σε Ελληνικά.
(uncountable) The act or process of inferring by deduction or induction. [..]
-
συμπέρασμα
noun neuterthat which is inferred
His inference was that countries might consider not holding referenda.
Το συμπέρασμά του ήταν ότι ορισμένες χώρες ενδεχομένως θα αποφασίσουν να μην διεξαγάγουν δημοψηφίσματα.
-
συμπερασμός
noun masculineact or process of inferring by deduction or induction [..]
-
τεκμήριο
noun neuterthat which is inferred
The Court of Justice in Akzo (94) held that under normal circumstances a 50 % market share is sufficient to infer dominance.
Το Δικαστήριο αποφάνθηκε στην υπόθεση Akzo (94) ότι υπό κανονικές συνθήκες μερίδιο αγοράς ύψους 50 % αποτελεί ικανό τεκμήριο δεσπόζουσας θέσης.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συναγωγή
- πόρισμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inference " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Συμπέρασμα
His inference was that countries might consider not holding referenda.
Το συμπέρασμά του ήταν ότι ορισμένες χώρες ενδεχομένως θα αποφασίσουν να μην διεξαγάγουν δημοψηφίσματα.
Φράσεις παρόμοιες με "inference" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παρεμβολή τοπικού τύπου
-
συμπεραίνω
-
συμπέρασμα, αφαίρεση, κράτηση
-
που μπορούμε να συμπεράνουμε
-
παρεμβολή τύπου
-
κανόνας παρεμβολής
-
μηχανισμός συμπερασμάτων
-
εξάγω · μαντεύω · συμπεραίνω · υπαινίσσομαι · υπονοώ