Μετάφραση του "inimitable" σε Ελληνικά

Οι αμίμητος, μοναδικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inimitable" σε Ελληνικά.

inimitable adjective

beyond imitation, surpassing all others, matchless [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμίμητος

    adjective

    As the inimitable Doctor Johnson once said 'Life cannot subsist ... but by reciprocal concessions'.

    Όπως είπε κάποτε και ο αμίμητος ιατρός Johnson "" ζωή δεν μπορεί να υπάρξει ... παρά μόνο μέσω αμοιβαίων παραχωρήσεων".

  • μοναδικός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inimitable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inimitable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη