Μετάφραση του "initial" σε Ελληνικά
Οι αρχικός, μονογραφώ, αρχικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "initial" σε Ελληνικά.
Chronologically first, early; of or pertaining to the beginning, cause or origin [..]
-
αρχικός
adjective masculineChronologically first, early; of or pertaining to the beginning
The Commission's initial overall planning was not transparent and not based on a thorough analysis of needs.
Ο αρχικός συνολικός σχεδιασμός της Επιτροπής δεν ήταν διαφανής και δεν βασιζόταν σε μια εμπεριστατωμένη ανάλυση των αναγκών.
-
μονογραφώ
verb tr. - +Αιτ. καιto sign one's initial(s) [..]
-
αρχικό
adjective neuterfirst letters of a person's name as a unit
Seeing as how it played a role in the initial outbreak.
Να δούμε πως ακριβώς έπαιξε ρόλο στο αρχικό ξέσπασμα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πρωτόγραμμα
- αρχικό γράμμα
- εισαγωγικός
- μονογραφή
- θεωρώ
- αφετηριακός
- αναγνωριστικό/κωδικός συμμετέχοντα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " initial " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Αρχικός
Initial budget and amending budgets
Αρχικός προϋπολογισμός και διορθωτικοί προϋπολογισμοί
Εικόνες με "initial"
Φράσεις παρόμοιες με "initial" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ολοκληρωμένο σύστημα επεξεργασίας αρχικών σχεδίων πτήσεως
-
Πρωτοβουλία δυναμικών συστημάτων
-
Πίνακας εκκίνησης συστήματος
-
αρχική σελίδα
-
"o κινών τη διαδικασία" · ο κοινοποιών