Μετάφραση του "innocently" σε Ελληνικά
Το αθώα είναι η μετάφραση του "innocently" σε Ελληνικά.
innocently
adverb
γραμματική
In an innocent manner. [..]
-
αθώα
adverbin an innocent manner
A sentence is never innocent.
Μια πρόταση δεν είναι ποτέ αθώα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " innocently " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "innocently" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άβγαλτος · άκακος · άσπιλος · αβλαβής · αγαθός · αγνός · αθώος · ακίνδυνος · αφελής · ενάρετος · ηλίθιος
-
συγγνωστό λάθος
-
σφαγή των νηπίων · σφαγείο
-
τεκμήριο αθωότητας
-
Αθωότητα · αβλάβεια · αγνότητα · αθωότητα · αφέλεια
-
Πάπας Ιννοκέντιος Ι ́
-
Πάπας Ιννοκέντιος Δ ́
-
το τεκμήριο τής αθωότητας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη