Μετάφραση του "instill" σε Ελληνικά

Οι ενσταλάζω, εμφυσώ, εμπνέω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "instill" σε Ελληνικά.

instill verb γραμματική

To cause a quality to become part of someone's nature. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενσταλάζω

    verb

    To cause a quality to become part of someone's nature

    It takes time to instill principles and values and still have an opportunity to relax and laugh together.

    Χρειάζεται χρόνος για να ενσταλάζω αρχές και αξίες στα παιδιά μου, αλλά παράλληλα πρέπει να βρίσκω και ευκαιρίες για να χαλαρώνουμε και να γελάμε μαζί.

  • εμφυσώ

  • εμπνέω

    verb

    And I'm not really instilling any awe anymore, am I?

    Και δεν εμπνέω πλέον κανένα φόβο!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ενσπείρω
    • εντυπώνω
    • εμποτίζω (κπ με κτ)
    • μαθαίνω (κτ σε κπ)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " instill " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "instill" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "instill" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη