Μετάφραση του "instillation" σε Ελληνικά

Το ενστάλαξη είναι η μετάφραση του "instillation" σε Ελληνικά.

instillation noun γραμματική

The act of instilling; also, that which is instilled. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενστάλαξη

    Powder for solution for infusion and intravesical instillation

    Kόνις για διάλυμα προς έγχυση και ενδοκυστική ενστάλαξη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " instillation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "instillation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εμπνέω · ενσταλάζω
  • αποτύπωση · εγχάραξη στο νου
  • ενσταλάζω
  • εμπνέω · εμποτίζω (κπ με κτ) · εμφυσώ · ενσπείρω · ενσταλάζω · εντυπώνω · μαθαίνω (κτ σε κπ)
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "instillation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη