Μετάφραση του "intact" σε Ελληνικά
Οι άθικτος, ανέπαφος, ακέραιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intact" σε Ελληνικά.
Untouched, especially by anything that harms, defiles, or the like; uninjured; whole; undefiled; left complete or entire; not damaged. [..]
-
άθικτος
adjective masculineuntouched [..]
This brain is completely intact, marinating in some sort of garlic sauce.
Αυτός ο εγκέφαλος είναι εντελώς άθικτος, μαριναρισμένος με κάποιο είδος σκορδαλιάς.
-
ανέπαφος
adjectiveThere's no inflammation in the optic nerve and his retina's intact.
Δεν υπάρχει φλεγμονή στο οπτικό νεύρο και ο αμφιβληστροειδής είναι ανέπαφος.
-
ακέραιος
adjectiveBut I'm glad to see your ego's still intact.
Μα χαίρομαι που βλέπω πως ο εγωισμός σου είναι ακόμα ακέραιος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αλώβητος
- άρτιος
- ολοκληρωτικός
- ακομμάτιαστος
- (αδι)άρρηκτος
- ακλόνητος
- ατόφιος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " intact " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "intact" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
με ήσυχη συνείδηση