Μετάφραση του "intangible" σε Ελληνικά

Οι αόριστος, ακαθόριστος, άυλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intangible" σε Ελληνικά.

intangible adjective noun γραμματική

incapable of being perceived by the senses; incorporeal [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αόριστος

    adjective masculine

    incapable of being perceived

  • ακαθόριστος

    adjective masculine

    incapable of being perceived

    I am invisible, intangible, untouchable.

    Είμαι αόρατος, ακαθόριστος, απλησίαστος.

  • άυλος

    adjective masculine

    anything intangible

    However, the intangible nature of a great many operations made it difficult to devise targeted indicators.

    Ωστόσο, ο άυλος χαρακτήρας πολλών ενεργειών κατέστησε δυσχερή την κατάρτιση δεικτών για συγκεκριμένους στόχους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ασαφής
    • αδιόρατος
    • απαραβίαστος
    • άϋλος
    • ασώματες ακινητοποιήσεις
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intangible " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "intangible" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intangible" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη