Μετάφραση του "intend" σε Ελληνικά

Οι σκοπεύω, προτίθεμαι, προορίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intend" σε Ελληνικά.

intend verb γραμματική

(obsolete) To stretch to extend; distend. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκοπεύω

    verb

    to fix the mind upon a goal

    Tom intends to live in Japan for good.

    Ο Τομ σκοπεύει να μείνει για πάντα στην Ιαπωνία.

  • προτίθεμαι

    verb

    Mohammad Imran intends to bring an action for damages before it.

    Mohammad Imran προτίθεται να ασκήσει ενώπιόν του αγωγή αποζημιώσεως.

  • προορίζω

    verb

    And if I am not mistaken, he intends you to play a part in that ritual.

    Και αν δεν κάνω λάθος, σε προορίζει να παίξεις ένα ρόλο σ αυτή τη μυσταγωγία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σκοπώ
    • επιδιώκω
    • θέλω
    • εννοεί
    • δηλώνω
    • φανερώνει
    • αποσκοπτώ
    • εννοώ
    • αποδεικνύει
    • οραματίζομαι
    • σημαίνει
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "intend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • χωρίς αστεία
  • αστειεύομαι · λογοπαίγνιο ήτανε · σκόπιμο το λογοπαίγνιο
  • Επιστολή προθέσεων
  • Επιστολή προθέσεων
  • διευθυντής
  • επιδιωκόμενος · προβλεπόμενος · σκοπούμενος · σκόπιμος · στόχος · υποψήφιος
  • όπως πρέπει
  • επιδιωκόμενος · προβλεπόμενος · σκοπούμενος · σκόπιμος · στόχος · υποψήφιος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη