Μετάφραση του "intent" σε Ελληνικά

Οι πρόθεση, σκοπός, προσηλωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intent" σε Ελληνικά.

intent adjective noun γραμματική

The purpose of something that is intended. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόθεση

    noun feminine

    a purpose; something that is intended [..]

    Criminal offences which do not require intention are not covered by this Directive.

    Τα ποινικά αδικήματα για τα οποία δεν απαιτείται πρόθεση, δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.

  • σκοπός

    noun masculine

    a purpose; something that is intended

    The intent here wasn't just to kill the victim.

    Ο σκοπός δεν ήταν απλά να σκοτώσουν το θύμα.

  • προσηλωμένος

    adjective masculine

    firmly fixed or concentrated

    How good it is to see my dear wife so happily intent on her embroidery.

    Είναι πολύ καλό να βλέπω την καλή μου σύζυγο τόσο προσηλωμένη στο κέντημά της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επιδίωξη
    • αφοσιωμένος
    • έμμονος
    • λόγος
    • κουβέντα
    • αποφασισμένος
    • προαίρεση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "intent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη