Μετάφραση του "intention" σε Ελληνικά
Οι πρόθεση, σκοπός, λόγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intention" σε Ελληνικά.
A course of action that a person intends to follow. [..]
-
πρόθεση
noun femininecourse intended to follow [..]
Criminal offences which do not require intention are not covered by this Directive.
Τα ποινικά αδικήματα για τα οποία δεν απαιτείται πρόθεση, δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.
-
σκοπός
noun masculineThe intent here wasn't just to kill the victim.
Ο σκοπός δεν ήταν απλά να σκοτώσουν το θύμα.
-
λόγος
noun masculineSweden had therefore declared its intention to request a derogation from these Directives.
Η Σουηδία είχε εκδηλώσει τότε την πρόθεσή της να υποβάλει αίτηση παρέκκλισης από τις εν λόγω οδηγίες.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κουβέντα
- επιδίωξη
- βλέψη
- Δόλος
- έννοια
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " intention " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Intention" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Intention στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "intention" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έμμονος · αποφασισμένος · αφοσιωμένος · επιδίωξη · κουβέντα · λόγος · προαίρεση · προσηλωμένος · πρόθεση · σκοπός
-
οι στόχοι τού · στο πνεύμα τού
-
εν ψυχρώ · εσκεμμένα
-
εκ προθέσεως · εμπρόθετος · επίτηδες · εσκεμμένος · σκόπιμος
-
το πνεύμα τού νόμου
-
Συνειδητή κοινότητα
-
εκλογικές προθέσεις
-
ουσιαστικά