Μετάφραση του "interested" σε Ελληνικά
Οι ενδιαφερόμενος, ενδιαφερόμενη, ενδιαφερόμενο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interested" σε Ελληνικά.
Having or showing interest. [..]
-
ενδιαφερόμενος
adjective masculinehaving or showing interest [..]
Calls for tender shall be open where all interested economic operators may submit a tender.
Η διαδικασία πρόσκλησης υποβολής προσφορών είναι ανοικτή, εφόσον κάθε ενδιαφερόμενος οικονομικός παράγοντας μπορεί να υποβάλει προσφορά.
-
ενδιαφερόμενη
adjective feminineinterested
The grants are available for any interest company, private or public, and regardless of its nationality or activity.
Οι επιχορηγήσεις διατίθενται σε κάθε ενδιαφερόμενη εταιρεία, ιδιωτική ή δημόσια, ανεξαρτήτως εθνικότητας ή δραστηριότητας.
-
ενδιαφερόμενο
adjective neuterinterested
The interested party should immediately contact the Commission.
Το ενδιαφερόμενο μέρος θα πρέπει να επικοινωνήσει αμέσως με την Επιτροπή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " interested " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "interested" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οικονομικά συμφέροντα των μελών
-
Επιτόκιο · επιτόκιο
-
προκαλώ το ενδιαφέρον, τραβώ το ενδιαφέρον
-
Δεν παίρνεις μεγάλο τόκο για τα χρήματά σου τη σήμερον ημέρα
-
σχέδιο κοινοτικού ενδιαφέροντος
-
επιτόκιο
-
επιτοκιακός κίνδυνος