Μετάφραση του "interfere" σε Ελληνικά

Οι παρεμποδίζω, παρεμβαίνω, επεμβαίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interfere" σε Ελληνικά.

interfere verb γραμματική

(intransitive) To get involved or involve oneself, causing disturbance. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρεμποδίζω

    verb

    We used music to interfere with the Crixorum's ability to manipulate our minds.

    Χρησιμοποιήσαμε μουσική για να παρεμποδίσει την ικανότητα του Κριξόρουμ, να χειριστεί το μυαλό μας.

  • παρεμβαίνω

    verb

    And I want to be able to run my company without her interference, but that's not happening.

    Κι εγώ θέλω να διοικώ την εταιρεία μου χωρίς να παρεμβαίνει, αλλά δεν γίνεται.

  • επεμβαίνω

    verb

    I respect your devotion to your duty, but I cannot permit it to interfere with mine.

    Σέβoμαι την αφoσίωση στo καθήκoν σoυ αλλά δεν θα επέμβει στo δικό μoυ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανακατεύομαι
    • αναμειγνύομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " interfere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "interfere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "interfere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη