Μετάφραση του "intermediate" σε Ελληνικά

Οι ενδιάμεσος, μεσολαβητής, μεσάζων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intermediate" σε Ελληνικά.

intermediate adjective verb noun γραμματική

Being between two extremes, or in the middle of a range. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενδιάμεσος

    adjective noun masculine

    anything in an intermediate position [..]

    Above all an intermediate monetary policy objective must be defined.

    Πάνω από όλα, πρέπει να καθοριστεί ένας ενδιάμεσος στόχος νομισματικής πολιτικής.

  • μεσολαβητής

    noun masculine

    an intermediary

  • μεσάζων

    noun masculine

    an intermediary

    More sales were going via distributors or other intermediate sales channels.

    Περισσότερες πωλήσεις πραγματοποιούνταν μέσω διανομέων ή άλλων μεσαζόντων κυκλωμάτων πωλήσεων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μεσολαβώ
    • μεσίτης
    • μεσαίος
    • μεσιτεύω
    • ενδιάμεσο προϊόν
    • μέσος
    • διάμεσος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intermediate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Intermediate
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μέσος, ενδιάμεσος

Φράσεις παρόμοιες με "intermediate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intermediate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη