Μετάφραση του "interloper" σε Ελληνικά
Οι μπάστακας, παρείσακτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interloper" σε Ελληνικά.
interloper
noun
γραμματική
(obsolete) An unlicensed or illegitimate trader. [..]
-
μπάστακας
nounενοχλητικός
-
παρείσακτος
The interlopers must be put off by a convincing show of strength.
Οι παρείσακτοι πρέπει να απομακρύνονται με μια πειστική επίδειξη δύναμης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " interloper " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη