Μετάφραση του "internal" σε Ελληνικά

Οι εσωτερικός, ενδόμυχος, Εσωτερικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "internal" σε Ελληνικά.

internal adjective γραμματική

concerned with the domestic affairs of a nation, state or other political community. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εσωτερικός

    adjective masculine

    concerned with the domestic affairs of a nation, state etc. [..]

    The internal auditor shall take note of the annual report and any other pieces of information identified.

    Ο εσωτερικός ελεγκτής λαμβάνει υπό σημείωση την ετήσια έκθεση πεπραγμένων καθώς και τα λοιπά διαθέσιμα πληροφοριακά στοιχεία.

  • ενδόμυχος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " internal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Internal
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εσωτερικός

    Implementing the new Financial Regulation - Internal audit and control

    Η εφαρμογή του Νέου δημοσιονομικού κανονισμού - Εσωτερικός Λογιστικός Έλεγχος και διαδικασίες ελέγχου

Φράσεις παρόμοιες με "internal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "internal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη