Μετάφραση του "interpose" σε Ελληνικά
Οι παρεμβαίνω, παρεμβάλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interpose" σε Ελληνικά.
(transitive) To insert something (or oneself) between other things. [..]
-
παρεμβαίνω
verbOne who interposes between two parties at variance to reconcile them; an intercessor; an intermediary agent, or go-between.
Κάποιος που παρεμβαίνει για να συμφιλιώσει δύο πλευρές οι οποίες έχουν διαφορές μεταξύ τους· μεσολαβητής· διάμεσος ή μεσάζων.
-
παρεμβάλλω
CCPs interpose themselves between counterparties to the contracts traded on one or more financial markets.
Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι παρεμβάλλονται μεταξύ αντισυμβαλλομένων σε συμβάσεις που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε μία ή περισσότερες χρηματοπιστωτικές αγορές.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " interpose " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate