Μετάφραση του "interpretation" σε Ελληνικά

Οι ερμηνεία, εξήγηση, διερμηνεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interpretation" σε Ελληνικά.

interpretation noun γραμματική

(countable) An act of interpreting or explaining what is obscure; a translation; a version; a construction. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ερμηνεία

    noun feminine

    artist's way of expressing his thought [..]

    42 At the hearing, the Commission disputed that interpretation.

    42 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή αμφισβήτησε την ερμηνεία αυτή.

  • εξήγηση

    noun feminine

    I've exhausted every other interpretation of this dream.

    Έχω εξαντλήσει κάθε άλλη εξήγηση αυτού του ονείρου.

  • διερμηνεία

    noun feminine

    Formal sessions include interpretation where members need this.

    Για τις επίσημες συνεδριάσεις προβλέπεται διερμηνεία, εφόσον την χρειάζονται τα μέλη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μετάφραση
    • διερμήνευση
    • μεθερμήνευση
    • απόδοση
    • Γλωσσική ερμηνεία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " interpretation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "interpretation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ερμηνευτική δήλωση
  • Ερμηνεύω, μεταφράζω
  • ερμηνεύσιμος
  • αναπαριστώ · απεικονίζω · αποδίδω · διερμηνεύω · εξηγώ · ερμηνεύω · καταλαβαίνω · μεταφράζω
  • Διερμηνέας γραμμής εντολών
  • διερμηνέας · διερμηνευτής · ερμηνευτής · μεταφραστής · μεταφραστικός · ονειροκρίτης
  • ταυτόχρονη διερμηνεία
  • απόδοση · διερμηνεία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "interpretation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη