Μετάφραση του "interpreter" σε Ελληνικά
Οι διερμηνέας, διερμηνευτής, ερμηνευτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interpreter" σε Ελληνικά.
interpreter
noun
γραμματική
One who listens to a speaker in one language and relates that utterance to the audience in a different language. Contrasted with translator. [..]
-
διερμηνέας
noun common masculine m;f masculine;feminineone who interprets speech in another language [..]
Tom was our interpreter.
Ο Τομ ήταν ο διερμηνέας μας.
-
διερμηνευτής
noun masculinecomputer program [..]
-
ερμηνευτής
(ρόλου, μουσικού έργου, κλπ.)
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μεταφραστής
- μεταφραστικός
- ονειροκρίτης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " interpreter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "interpreter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ερμηνευτική δήλωση
-
Ερμηνεύω, μεταφράζω
-
ερμηνεύσιμος
-
αναπαριστώ · απεικονίζω · αποδίδω · διερμηνεύω · εξηγώ · ερμηνεύω · καταλαβαίνω · μεταφράζω
-
Διερμηνέας γραμμής εντολών
-
ταυτόχρονη διερμηνεία
-
απόδοση · διερμηνεία
-
επεξηγηματικός · ερμηνευτικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη