Μετάφραση του "interval" σε Ελληνικά

Οι διάστημα, διάλειμμα, απόσταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interval" σε Ελληνικά.

interval noun γραμματική

A distance in space. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάστημα

    noun neuter

    a period of time [..]

    The implementation of this Directive should be evaluated at regular intervals.

    Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να αξιολογείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

  • διάλειμμα

    noun neuter

    a period of time [..]

    I'll join you in five minutes, after the interval.

    Θα έρθω σε πέντε λεπτά, μετά το διάλειμμα.

  • απόσταση

    noun feminine

    a distance in space

    Allow an interval of 1,5 km between the start of successive stops.

    Πρέπει να διανύεται απόσταση 1,5 km μεταξύ δύο διαδοχικών ακινητοποιήσεων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Εμβέλεια
    • μεσοδιάστημα
    • συχνότητα
    • περίοδος
    • Διάστημα (μουσική)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " interval " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Interval
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διάστημα, διάλειμμα, διάκενο

Φράσεις παρόμοιες με "interval" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "interval" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη