Μετάφραση του "intimidate" σε Ελληνικά

Οι εκφοβίζω, τρομάζω, τρομοκρατώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intimidate" σε Ελληνικά.

intimidate verb γραμματική

(transitive) To make timid or fearful; to inspire or affect with fear; to deter, as by threats; to dishearten; to abash. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκφοβίζω

    verb

    If you think I'm intimidating a whole town-

    Αν νομίζεις ότι εκφοβίζω ολόκληρη την πόλη...

  • τρομάζω

    verb

    I got it when I was younger to intimidate people.

    Τα έκανα όταν ήμουν μικρότερος για να τρομάζω τον κόσμο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πειθαναγκάζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intimidate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "intimidate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intimidate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη