Μετάφραση του "intimation" σε Ελληνικά

Οι υπαινιγμός, αναγγελία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intimation" σε Ελληνικά.

intimation noun γραμματική

The act of intimating; also, the thing intimated. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπαινιγμός

    noun masculine

    Intimations of mortality and all that?

    Υπαινιγμός για τη θνησιμότητα και όλα αυτά;

  • αναγγελία

    noun

    " Friends, please accept this, the only intimation. "

    Φίλοι, αυτή θα είναι η μόνη αναγγελία...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intimation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "intimation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αρκετά
  • έχω σεξουαλική επαφή · γαμώ · κάνω · κάνω έρωτα · κοιμάμαι · παίρνω · πηδώ · συνευρίσκομαι · συνουσιάζομαι
  • στενά συνυφασμένος με
  • εσώρουχα πολυτελείας
  • ανακοινώνω · βαθυστόχαστος · βαθύς · ενδόμυχος · ιδιωτικός · κολλητός · λέω κτ απέξω απέξω · μύχιος · οικείος · προσωπικός · στενός · υπαινίσσομαι · υποδηλώνω
  • θα γνωριστούμε καλύτερα
  • στενό περιβάλλον
  • αρκετά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intimation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη