Μετάφραση του "invariable" σε Ελληνικά

Οι άκλιτος, άκλιτο, αιώνιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "invariable" σε Ελληνικά.

invariable adjective noun γραμματική

Not variable; constant. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άκλιτος

    adjective

    not variable

  • άκλιτο

    adjective

    not variable

  • αιώνιος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακατάπαυστος
    • αμετάβλητος
    • αδιάκοπος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " invariable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "invariable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Αμετάβλητος
  • αμετάβλητο πεδίο
  • σχεδόν κατά κανόνα
  • αμετάβλητα · ανάλλαγα · ανελλιπώς · ανεξαιρέτως · απαρέγκλιτα · διαρκώς · εθιμικώς · μονίμως · πάντα · πάντοτε · παγίως · συστηματικά
  • αμετάβλητα · ανάλλαγα · ανελλιπώς · ανεξαιρέτως · απαρέγκλιτα · διαρκώς · εθιμικώς · μονίμως · πάντα · πάντοτε · παγίως · συστηματικά
  • αμετάβλητα · ανάλλαγα · ανελλιπώς · ανεξαιρέτως · απαρέγκλιτα · διαρκώς · εθιμικώς · μονίμως · πάντα · πάντοτε · παγίως · συστηματικά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "invariable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη