Μετάφραση του "invalidity" σε Ελληνικά
Οι ακυρότητα, ακυρωσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "invalidity" σε Ελληνικά.
invalidity
noun
γραμματική
The state of being invalid; lack of validity. [..]
-
ακυρότητα
NounCommunity trade mark – Surrender, revocation and invalidity – Relative grounds of invalidity
Κοινοτικό σήμα – Παραίτηση, έκπτωση και ακυρότητα – Σχετικοί λόγοι ακυρότητας
-
ακυρωσία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " invalidity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "invalidity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακυρότητα εκλογής
-
μη έγκυρη πληροφορία
-
κατά φαντασίαν ασθενής
-
αναπηρική καρέκλα
-
ακυρώνω · ακυρώσει
-
άκυρη υπογραφή
-
άκυρη ψήφος
-
άκυρος · ανάπηρος · ανίσχυρος · αντικανονικός · δεν είναι έγκυρο · σακάτης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη