Μετάφραση του "irradiate" σε Ελληνικά
Το ακτινοβολώ είναι η μετάφραση του "irradiate" σε Ελληνικά.
irradiate
verb
adjective
γραμματική
(transitive) To throw rays of light upon; to illuminate; to brighten; to adorn with luster. [..]
-
ακτινοβολώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " irradiate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "irradiate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έκλαμψη · ακτίνα · ακτινοβολία · ακτινοβόληση · αποστείρωση
-
ακτινοβολημένο καύσιμο
-
ακτινοβόλος
-
ακτινοβολημένο προϊόν
-
διάχυτη ακτινοβολία
-
έκθεση σε Ακτινοβολία
-
ακτινοβόληση τροφίμων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη