Μετάφραση του "irradiation" σε Ελληνικά

Οι ακτινοβολία, ακτινοβόληση, αποστείρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "irradiation" σε Ελληνικά.

irradiation noun γραμματική

An act of irradiating, or state of being irradiated. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακτινοβολία

    noun feminine

    an act of irradiating, or state of being irradiated [..]

    It is also important to say what methods of irradiation may be used.

    Είναι επίσης σημαντικό να πάρουμε θέση ως προς το με ποιες μεθόδους πρέπει να διεξάγεται η ακτινοβολία.

  • ακτινοβόληση

    feminine

    Exposure to or treatment with light or other electromagnetic radiation or with beams of particles.

    Subsequent electron irradiation in the electron microscope induces recrystallisation and produces a nanocrystalline structure.

    Η μετέπειτα ακτινοβόληση με ηλεκτρόνια στο ηλεκτρονικό μικροσκόπιο προκαλεί την επανακρυσταλλοποίηση και παράγει μια νανοκρυσταλλική δομή.

  • αποστείρωση

    Noun feminine

    a process of sterilisation

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έκλαμψη
    • ακτίνα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " irradiation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Irradiation
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έκθεση σε Ακτινοβολία

    - development of Post Irradiation Experiments programme;

    - την ανάπτυξη προγράμματος για πειράματα μετά την έκθεση σε ακτινοβολία,

Φράσεις παρόμοιες με "irradiation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "irradiation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη