Μετάφραση του "irritant" σε Ελληνικά

Οι αγανάκτηση, ενοχλητικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "irritant" σε Ελληνικά.

irritant adjective noun γραμματική

Causing irritation or inflammation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγανάκτηση

    noun feminine

    13:7) Let love, not irritation, motivate what you say.

    13:7) Τα λόγια σας ας πηγάζουν από αγάπη, όχι από αγανάκτηση.

  • ενοχλητικός

    adjective

    Bloody irritating friend most of the time, it has to be said.

    Ένας γαμημένος, ενοχλητικός φίλος τον περισσότερο καιρό, θα έλεγα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " irritant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "irritant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εκνευρισμένος
  • ευέξαπτος · ευερέθιστος · οξύθυμος
  • ακυρώνω · δαιμονίζω · εκνευρίζω · ενοχλώ · εξοργίζω · ερεθίζω · πειράζω
  • Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου
  • εκνευρίζομαι
  • βαρετός · εκνευριστικός
  • αγανάκτηση · εκνευρισμός · ενόχληση · εξερέθιση · ερεθισμός · νευρίασμα
  • ερεθιστικότητα · οξυθυμία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "irritant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη