Μετάφραση του "isolate" σε Ελληνικά

Οι απομονώνω, απομόνωση, μονώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "isolate" σε Ελληνικά.

isolate verb noun γραμματική

(transitive) To set apart or cut off from others. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απομονώνω

    verb

    I was isolated and only dealt with a limited number of people.

    Ι απομονώθηκε και μόνο ασχολήθηκε με ένα περιορισμένο αριθμό ατόμων.

  • απομόνωση

    noun

    They were beaten by the police, and they remained in isolation.

    Ξυλοκοπήθηκαν από την αστυνομία και παρέμειναν στην απομόνωση.

  • μονώνω

  • περιχαρακώνω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " isolate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Isolate
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Απομονώνω, μονώνω

Φράσεις παρόμοιες με "isolate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "isolate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη